αυλός

Πνευστό μουσικό όργανο αρχαιότατης προέλευσης. Αιγυπτιακές τοιχογραφίες μάς πληροφορούν ότι οι Αιγύπτιοι γνώριζαν τουλάχιστον τρία είδη α.: τους ευθύαυλους μιμ με επιστόμιο και πέντε οπές, τους πλαγίαυλους σέμπι, που παίζονταν περίπου όπως και τα ανάλογα σύγχρονα όργανα, και τέλος τους δίαυλους, που ήταν συνδυασμός δύο μιμ, φέρονταν στο στόμα και οι δύο μαζί και παρήγαν ταυτόχρονα δύο ήχους. Οι Κινέζοι γνώριζαν και αυτοί τρεις διαφορετικούς τύπους α., που βασικά δεν διέφεραν πολύ από τους αιγυπτιακούς: τους γιο, που ήταν ευθύαυλοι, όπως οι μιμ, τους τσε, που ήταν πλαγίαυλοι με το επιστόμιο στη μέση του οργάνου, και τέλος τους σιάο, που ήταν μια σειρά από ανισομήκεις σωλήνες από μπαμπού, μέσα στους οποίους φυσούσαν ακριβώς όπως μέσα σε ένα κοίλο (θηλυκό) κλειδί. Στην ελληνική αρχαιότητα ο α. έπαιξε σημαντικό ρόλο ως όργανο συνοδείας σε θρησκευτικές τελετές, σε συμπόσια και θεατρικές παραστάσεις. Το αρχαιότερο ελληνικό πρότυπο του είδους είναι ίσως η σύριγγα του Πάνα, που χρησιμοποιούταν περισσότερο ως ποιμενικό όργανο. Έμοιαζε πολύ με το κινεζικό σιάο και παιζόταν κατά τον ίδιο τρόπο. Αποτελούταν από επτά έως εννέα ανισομήκεις σωλήνες από καλάμι, τοποθετημένους έτσι, ώστε να παράγουν μια ολόκληρη διατονική κλίμακα. Οι άλλοι τύποι ελληνικών α. ήταν ευθύαυλοι με διπλή γλωττίδα και δεκαέξι το πολύ οπές, πλαγίαυλοι με επιστόμιο, άσκαυλοι, κάτι σαν τη σημερινή γκάιντα και τέλος δίαυλοι με ξεχωριστή για τον καθένα από τους δύο α. γλωττίδα και με δύο έως πέντε οπές. Εκτός από τους άσκαυλους και φυσικά τη σύριγγα του Πάνα, οι υπόλοιποι α., των οποίων ο ήχος έμοιαζε περισσότερο με τον ήχο του σύγχρονου κλαρινέτου, είχαν διάφορα μεγέθη: μεγαλύτερο οι αντρικοί οξύφωνοι και βαθείς, μικρότερο οι γυναικείοι υψίφωνοι και μέσοι, ανάλογα κάθε φορά, όχι μόνο με το τονικό ύψος, αλλά και με το ηχόχρωμα που ταίριαζε στο είδος του τρόπου, δηλαδή της μουσικής κλίμακας που χρησιμοποιούσαν. Όσο για τους δίαυλους, οι σχετικές παραστάσεις μας τους δείχνουν ανισομήκεις. Παίζονταν πάντα από τον ίδιο αυλητή. Δεν είναι όμως βέβαιο αν παίζονταν ταυτόχρονα, οπότε θα παρήγαν δυο διαφορετικούς φθόγγους ή ο ένας μετά τον άλλο, οπότε ο δεύτερος α. θα παρήγε τους βασικούς τουλάχιστον φθόγγους κάποιου άλλου τρόπου και θα χρησίμευε έτσι για μετατροπία, δηλαδή για μετάβαση από τη μια κλίμακα στην άλλη. Ωστόσο δεν είναι αβάσιμη η εκδοχή ότι και οι δύο α. παίζονταν ταυτόχρονα, οπότε ο δεύτερος, ο βαθύτερος, πιθανόν να συνόδευε τον πρώτο με ένα είδος κρατημένου φθόγγου (ισοκράτη). Απόγονοι των αρχαιότατων αυτών οργάνων είναι τα λαϊκά ποιμενικά όργανα (όπως η νεοελληνική φλογέρα) που συναντούμε σήμερα λίγο πολύ σε όλους τους λαούς, ενώ τελειοποιημένος τύπος είναι το σύγχρονο φλάουτο, που χρησιμοποιείται ευρύτατα ως όργανο δεξιοτεχνίας ή συμφωνικής ορχήστρας. αυλητική. Είδος μουσικής των αρχαίων Ελλήνων με περιγραφικό χαρακτήρα, για α. μόνο χωρίς οποιαδήποτε άλλη συνοδεία άσματος ή όρχησης. αυλωδία. Χορικό άσμα που πρωτοεμφανίζεται στις λατρευτικές τελετές προς τιμήν του Απόλλωνα και συνοδεύεται από α. Παράσταση αυλήτριδας στη δεξιά πλευρά του «θρόνου Λουντοβίσι», έργο που χρονολογείται στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. (Μουσείο Θερμών, Ρώμη).
* * *
ο (AM αὐλός)
1. πνευστό όργανο από καλάμι συνήθως με δονητή και τρύπες στα αρμόδια σημεία, φλογέρα
2. κάθε κοίλωμα ή κοιλότητα
3. ο κρουνός του αίματος που εξακοντίζεται μετά από τραυματισμό («κόπηκε μια φλέβα και πήγαινε το αίμα του αυλός», «αὐλὸς παχύς», Όμ.)
4. ο σωλήνας στο φυσερό του μεταλλουργού
μσν.- νεοελλ.
το ανδρικό μόριο
νεοελλ.
1. ο μίσχος των λαχάνων
2. η οπή του βαρελιού στην οποία προσαρμόζεται ο διακόπτης, η κάνουλα
3. φρ. «έγινε αυλός» — έγινε στουπί, μέθυσε
αρχ.
1. ο σωλήνας της κλεψύδρας
2. ο φυσητήρας της φάλαινας και άλλων κητών
3. το αιμοφόρο αγγείο που συνδέει την καρδιά με την αορτή
4. είδος οστρακόδερμου σωλήνα
5. φρ. «ὑπ' αὐλοῡ», «πρὸς αὐλόν», «ὑπ' αὐλόν» — με τη συνοδεία αυλού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αυλός είναι μορφολογικά ταυτόσημη με τ. άλλων ινδοευρ. γλωσσών, αν και διαφέρει σημασιολογικά. Συνδέεται με λιθ. aūlas «περικνήμιο μπότας», νορβ. aul «μίσχος του φυτού αγγελική» και πιθ. λατ. alvus «κοιλιά», με μετάθεση, που ανάγονται σε ινδοευρ. *au-l- «σωλήνας, επιμήκης κοιλότητα». Εξάλλου τίποτε δεν αποδεικνύει μία ετυμολογική σχέση μεταξύ των λ. αυλός και καυλός:«βλαστός, κοτσάνι», παρά τη μορφολογική και ίσως σημασιολογική τους ομοιότητα και παρά την ύπαρξη αντιστοίχου ζεύγους λ. στη Λιθουανική, που συνδέονται ανά δύο με τις ελληνικές (πρβλ. αυλός-aūlas και καυλός kaulas).
ΠΑΡ. αυλητής αρχ. αύλημα, αύλησις, αυλητήρ, αυλίσκος, αυλώ, αυλών, αυλωτός.
ΣΥΝΘ. (α' συνθετ.) αρχ. αυλοδόκη, αυλοποιός, αυλοτρύπης, αυλωδός, αυλωπίας, αυλώπις
μσν.
αυλοθήκη
(β' συνθετ.) δίαυλος πλαγίαυλος,, αρχ. άναυλος, δολίχαυλος, δύσαυλος, έναυλος, έξαυλος, κακόαυλος, καλάμαυλος, κάταυλος, μίμαυλος, μόναυλος, όμαυλος, πάραυλος, ραπάταυλος, σύναυλος, ύδραυλος, φίλαυλος
νεοελλ.
βαρύαυλος, οξύαυλος, πύραυλος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αὐλός — pipe masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὖλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄυλος — immaterial masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άυλος — Πνευστό μουσικό όργανο αρχαιότατης προέλευσης. Αιγυπτιακές τοιχογραφίες μάς πληροφορούν ότι οι Αιγύπτιοι γνώριζαν τουλάχιστον τρία είδη α.: τους ευθύαυλους μιμ με επιστόμιο και πέντε οπές, τους πλαγίαυλους σέμπι, που παίζονταν περίπου όπως και τα …   Dictionary of Greek

  • άυλος — η, ο αυτός που δεν αποτελείται από ύλη, ασώματος, πνευματικός (αντίθ. υλικός): Ο Θεός είναι άυλος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αυλός — ο πνευστό μουσικό όργανο σωληνοειδές, σουραύλι, φλογέρα: Ο αυλός συνόδευε το παίξιμο αρχαίας ελληνικής τραγωδίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βιτέλιος, Αύλος — (Aulus Vitellius,Ρώμη 15 – 69 μ.Χ.).Ρωμαίος αυτοκράτορας (69). Ευνοούμενος διαδοχικά του Καλιγούλα, του Κλαύδιου και του Νέρωνα, κατόρθωσε να φτάσει σε μεγάλα πολιτικά και θρησκευτικά αξιώματα. Το 48 μ.Χ. έγινε ύπατος και τον επόμενο χρόνο… …   Dictionary of Greek

  • Πέρσιος, Φλάκος Αύλος — (Aulus Persius Flaccus, Βολτέρα 34 μ.Χ. – Ρώμη 62 μ.Χ.). Λατίνος σατιρικός ποιητής. Έχοντας διαμορφώσει τη σκέψη του σύμφωνα με τις στωικές αρχές, θέλησε, στις έξιΣάτιρέςτου σε εξάμετρα, να εκφράσει την αποδοκιμασία μιας αξιοπρεπούς συνείδησης… …   Dictionary of Greek

  • ἀύλως — ἄυλος immaterial adverbial ἄυλος immaterial masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄυλον — ἄυλος immaterial masc/fem acc sg ἄυλος immaterial neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.